Μιχαήλ Μούχιν «Γιατί κατέρρευσε η ΕΣΣΔ;»

Δεκεμβρίου 15, 2010

 

Περιεχόμενα

Σύντομη εισαγωγή για τον αγαπητό αναγνώστη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Δυο λόγια για τη στασιμότητα ή τι ακριβώς έμεινε στάσιμο;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Παραμονές του κραχ (πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Αλλαγές, περιμένουμε αλλαγές (η χαραυγή της περεστρόικα).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Η διαδικασία ξεκίνησε, αλλά προς τα που πάει; ( Το απόγειο της περεστρόικα).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Η χώρα σε τσουγκβάγκ1 (τρίτο στάδιο της περεστρόικα).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

1990. Η ένωση που διαλύεται και η Ρωσία που αναδύεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Το τέλος της περεστρόικα. (Άνοιξη – καλοκαίρι του 1990)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Ο επιθανάτιος ρόγχος της περεστρόικα. Η πολιτική κρίση του Αυγούστου του 1991.


1Τσουγκβάγκ: Σκακιστικός όρος, που σημαίνει κίνηση εξ’ αναγκασμού. Ο παίκτης εξαναγκάζεται να παίξει επειδή είναι η σειρά του. Η κίνηση που θα κάνει είναι κακή, δεν έχει όμως άλλη επιλογή.

Σύντομη εισαγωγή για τον αγαπητό αναγνώστη.

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ ήταν…δύσκολο να δώσεις ένα σωστό και εμπεριστατωμένο χαρακτηρισμό. Μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές; Ναι. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας τον 20ο αι.; Αναμφίβολα. Ολοκλήρωση ενός από τα σπουδαιότερα κοινωνικά πειράματα της ανθρωπότητας; Απολύτως. Ο κατάλογος των ρητορικών ερωτήσεων μπορεί να μεγαλώσει ακόμα πολύ. Ωστόσο. Γιατί συνέβη ΑΥΤΟ; Γιατί ΑΥΤΟ συνέβη τόσο ξαφνικά; Ήταν δυνατό να αποφευχθεί; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καθόλου ρητορικά. Σχετικά με αυτά τα θέματα διεξάγονται, ασταμάτητα, συζητήσεις διαφόρου βαθμού πολιτικοποίησης και ακαδημαϊσμού, ενώ δώδεκα στη ντουζίνα έχουν ιδίαν άποψη, την οποία ο καθένας υποστηρίζει με πάθος και ζέση. Εν τω μεταξύ ανάμεσά μας ζουν εκατομμύρια αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων και κάθε ένας απ’ αυτούς έχει τη δική του (εννοείται τη μοναδική σωστή) εκδοχή των μοιραίων αυτών γεγονότων.

Είναι γνωστή η ρήση “κανείς δεν μπορεί να δει το πρόσωπό του”. Από την πλευρά του ιστορικού αυτό το ρητό έχει τη λογική του – η μικρή χρονική απόσταση ανάμεσα στον ερευνητή και το αντικείμενο της μελέτης έχει τα θετικά της, αλλά και τα αρνητικά της σημεία. Πηγές, όσον αφορά την ιστορία των υπό μελέτη γεγονότων και φαινομένων υπάρχουν υποτίθεται πολλές, αλλά στην πράξη όλες αυτές είναι πολιτικά αγγαζαρισμένες, ενώ εκείνες, που θεωρητικά πρέπει να είναι πολιτικά ουδέτερες, είναι σχεδόν απρόσιτες.

Η πέρα των ορίων πολιτικοποίηση της θεματικής αυτής υποχρεώνει τον ερευνητή να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αποκρούσει την επίθεση της εκάστοτε γενιάς αγωνιστών ενάντια αφενός στο αιματοβαμμένο καθεστώς, αφετέρου στους συκοφάντες της μεγάλης χώρας. Κάθε αναγνώστης στηριζόμενος στις δικές του προσωπικές αναμνήσεις θα αποδείξει, όπως δύο και δύο κάνουν τέσσερα, πως “δεν ήταν έτσι τα πράγματα”. Γενικά είναι σκέτος βάλτος αυτή η ιστορία των πρόσφατων ημερών. Θα περάσουν 70-80 χρόνια και τότε οι απόγονοί μας θα ασχοληθούν με τα τέλη του 20ου αι. το ίδιο νηφάλια και ακαδημαϊκά, όπως ασχολούμαστε εμείς με τα τέλη του 19ου αι. Και παρόλα αυτά κάθισα να γράψω αυτό το κείμενο. Γι αυτή μου την πράξη υπάρχουν πολλές αιτίες. Κατά πρώτον πιστεύω πως ήδη τώρα πρέπει να χαράξουμε έστω ένα γενικό περίγραμμα του κύκλου των ζητημάτων και των περιεχομένων, που αποτελούν το σύνολο των γεγονότων, που συνηθίσαμε να αποκαλούμε “κατάρρευση της ΕΣΣΔ”. Φυσικά ο κύκλος αυτός δεν θα είναι ολοκληρωμένος, αλλά κάθε έρευνα αρχίζει από την τοποθέτηση του ζητήματος. Κατά δεύτερον, ακριβώς λόγω της υπέρμετρης πολιτικοποίησης των υπό μελέτη ζητημάτων θα ήταν σκόπιμο ήδη σ’ αυτή, τη “μηδενική” φάση της ιστοριογραφίας, να περάσουμε από κόσκινο και να ξεχωρίσουμε τις φανταστικές εκδοχές και υποθέσεις καθώς και τους λαϊκούς μύθους. Τέλος, είναι απαραίτητο εμείς τώρα έστω και εκ του προχείρου, έστω και κατά προσέγγιση να κατανοήσουμε τι συνέβη στη χώρα μας 20-30 χρόνια πριν, για να μπορέσουν οι απόγονοί μας σε 70-80 χρόνια να βγάλουν άκρη μέσα από τις κουτοπονηριές της περεστρόικας, της νέας σκέψης και της παρέλασης των κυριαρχιών. Για να βγάλουν άκρη πραγματικά ακαδημαϊκά χωρίς διάθεση διαδηλώσεων και φτηνής πολιτικής δημαγωγίας. Και τέλος (κυριολεκτικά) το συγκεκριμένο κείμενο το αντιμετωπίζω όχι τόσο ως ιστορική μελέτη, όσο ως έκθεση σε ένα ιστορικό θέμα. Αντίστοιχα ο κατάλογος των παραπομπών θα είναι ο ελάχιστος δυνατός, ενώ δεν αποκλείεται και να απουσιάζει εντελώς. Στη δεδομένη στιγμή δεν υπάρχει ολοκληρωμένος κύκλος άρθρων, αφού το κείμενο είναι υπό διαμόρφωση.

Καταλαβαίνω καλά, ότι το έργο μου, κατά πάσα πιθανότητα θα προκαλέσει αντιδράσεις εκ μέρους πολλών αναγνωστών. Τι να γίνει, θα είμαι ευγνώμων για κάθε διάλογο που θα έχει στόχο την αναζήτηση της αλήθειας. Είναι, βέβαια, απίθανο να τη βρούμε τώρα, όσο όμως ψάχνουμε η ελπίδα μένει ζωντανή.


Νικολάι Κοντράτιεφ: «Οι μεγάλοι κύκλοι της οικονομικής συγκυρίας»

Μαΐου 13, 2010

 

Ελλείψει ελεύθερου χρόνου θα αρκεστούμε προς το παρόν στις θέσεις. Έπεται συνέχεια με τη μετάφραση ολόκληρου του βιβλίου.

Το κείμενο είναι μέρος του βιβλίου του Ν.Κοντράτιεφ «Η παγκόσμια οικονομία και οι συγκυρίες της κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά απ’ αυτόν»  και βρίσκεται στη διεύθυνση http://www.gumer.info/bibliotek_Buks/Econom/kond/index.php

ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ Ν. ΚΟΝΤΡΑΤΙΕΦ

“ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ”

1. Η σύγχρονη οικονομική θεωρία γνωρίζει μόνο κύκλους διάρκειας 7-11 χρόνων. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, πλάι σ’ αυτούς τους κύκλους, όπως φαίνεται, υπάρχουν και άλλοι κύκλοι της οικονομικής δυναμικής διάρκειας περίπου 48-55 χρόνων. Τους ονομάζουμε μεγάλους οικονομικούς κύκλους.

2. Για να διαπιστώσουμε αν υπάρχουν αυτοί οι κύκλοι, μελετήσαμε τα στατιστικά δεδομένα που αφορούν την Αγγλία στους τομείς των τιμών, των επιτοκίων, των μισθών των εργατών γης, αλλά και των μισθών των εργατών στην κλωστοϋφαντουργία, στους τομείς του εξωτερικού εμπορίου, της παραγωγής άνθρακα, χυτοσίδηρου, μολύβδου κ.α. Μελετήσαμε τα δεδομένα που αφορούν τη Γαλλία στους τομείς των τιμών, των επιτοκίων, του εξωτερικού εμπορίου, της κατανάλωσης άνθρακα, των καλλιεργήσιμων εκτάσεων βρώμης, του χαρτοφυλακίου της Γαλλικής τράπεζας, των καταθέσεων στα ταμιευτήρια, της κατανάλωσης βαμβακιού, καφέ, ζάχαρης κ.α. Μελετήσαμε, τέλος,δεδομένα που αφορούν τη Γερμανία στον τομέα της παραγωγής άνθρακα και χυτοσίδηρου και τις ΗΠΒΑ (Ηνωμένες Πολιτείες Βορείου Αμερικής)στους τομείς των τιμών, της παραγωγής άνθρακα, χυτοσίδηρου και ατσαλιού, του αριθμού κλωστήρων στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία, των καλλιεργήσιμων εκτάσεων βαμβακιού κ.α. Εκτός αυτού μελετήσαμε στοιχεία για την παγκόσμια παραγωγή άνθρακα και χυτοσίδηρου. Τα στοιχεία αυτά καλύπτουν μία όσο το δυνατό μεγαλύτερη χρονική περίοδο. Ωστόσο, συστηματικά στοιχεία για τους παραπάνω τομείς έχουμε από τα τέλη του 18ου αι., ενώ κάποια άλλα εμφανίζονται μόλις στις αρχές ή ακόμα και τα μέσα του 19ου αι.

3. Τα δεδομένα που αναφέρθηκαν παραπάνω έγιναν αντικείμενα έρευνας με τη βοήθεια μεθόδων της μαθηματικής στατιστικής. Εκεί, όπου αυτό ήταν θεωρητικά δυνατό, τα στοιχεία πρώτα απ’ όλα διαιρέθηκαν δια του πληθυσμού. Κατόπιν για όλα αυτά αναζητήθηκαν θεωρητικές καμπύλες των αιωνίων τάσεων (secular trend). Έπειτα αναζητήθηκαν οι αποκλίσεις του εμπειρικού γραφήματος από το αντίστοιχο θεωρητικό. Οι αποκλίσεις που εντοπίστηκαν εξομαλύνθηκαν με τη βοήθεια ενός 9ετούς κυλιόμενου μέσου όρου και χάρη σ’ αυτό αποκλείστηκαν τόσο οι τυχαίες διακυμάνσεις όσο και οι κυκλικές διακυμάνσεις βραχείας και μέσης διάρκειας. Οι εξομαλυνθείσες αποκλίσεις έτυχαν ανάλυσης με στόχο να διαπιστωθεί η ύπαρξη μεγάλων κύκλων.

Η μέθοδος που περιγράψαμε εφαρμόστηκε σε όλα τα δεδομένα που αναφέραμε πιο πάνω, με εξαίρεση τους δείκτες των τιμών εμπορίου, οι οποίοι δεν απαιτούσαν τόσο σύνθετη επεξεργασία.

4.Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι δυνατό να συμπυκνωθούν στο εξής: τα περισσότερα δεδομένα δείχνουν την ύπαρξη κυκλικών κυμάτων διάρκειας 48-55 χρόνων. Συνάμα οι περίοδοι διακυμάνσεων που προέρχονται από διάφορα δεδομένα συμπίπτουν αρκετά μεταξύ τους, ενώ οι αποκλίσεις τους μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις υπερβαίνουν τα 5 χρόνια. Αν αρχίσουμε να μετράμε από τα τέλη του 18ου αι., οι περίοδοι των μεγάλων κύκλων διαμορφώθηκαν περίπου ως εξής:

Α.      1. Ανοδικό κύμα: από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, αρχές της δεκαετίας του ’90 του 18ου αι. έως το 1810-1817.

2. Καθοδικό κύμα: από το 1810-1817 έως το 1844-1851.

Β.      1. Ανοδικό κύμα: από το 1844-1851 έως το 1870-1875.

2. Καθοδικό κύμα: από το 1870-1875 έως το 1890-1896.

Γ.       1. Ανοδικό κύμα: από το 1890-1896 έως το 1814-1920.

2. Πιθανό καθοδικό κύμα: από το 1920 έως …

Η ύπαρξη μεγάλων κύκλων δεν εντοπίστηκε κυρίως με βάση τα στοιχεία για την κατανάλωση, για παράδειγμα, σιταριού, καφέ, ζάχαρης, βαμβακιού στη Γαλλία. Δεν στάθηκε δυνατό να εντοπισθεί ούτε από τα στοιχεία σχετικά με τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις σιταριού στη Γαλλία και την ανάπτυξη της εριουργίας και την παραγωγή ζάχαρης στις ΗΠΒΑ.

5. Η περαιτέρω μελέτη των δεδομένων επέτρεψε να διαπιστώσουμε τέσσερις εμπειρικές αρχές στην ανάπτυξη των μεγάλων οικονομικών κύκλων.

α)Πριν από την αρχή και στο αρχικό στάδιο του ανοδικού κύματος κάθε μεγάλου κύκλου εντοπίζονται βαθιές αλλαγές στις συνθήκες της οικονομικής ζωής της κοινωνίας. Αυτές οι αλλαγές εκφράζονται στις σημαντικές αλλαγές της τεχνολογίας (όπου με τη σειρά τους έχουν προηγηθεί σημαντικές τεχνολογικές ανακαλύψεις και εφευρέσεις), στην προσέλκυση νέων χωρών στις παγκόσμιες οικονομικές σχέσεις, στην αλλαγή της εξόρυξης χρυσού και της νομισματικής κυκλοφορίας.

β)Στις περιόδους του ανοδικού κύματος κάθε μεγάλου κύκλου συμβαίνουν και οι περισσότερες κοινωνικές αναταραχές (πόλεμοι και επαναστάσεις).

γ)Οι περίοδοι καθοδικού κύματος κάθε μεγάλου κύκλου συνοδεύονται από μια μακρά και οξεία ύφεση της αγροτικής παραγωγής.

δ)Την περίοδο του ανοδικού κύματος των μεγάλων κύκλων οι μεσαίοι καπιταλιστικοί κύκλοι χαρακτηρίζονται από το σύντομο των υφέσεων και την ένταση των ανακάμψεων. Κατά την περίοδο του καθοδικού κύματος των μεγάλων κύκλων παρατηρείται η αντίστροφη εικόνα.

6. Αν και η υπό μελέτη περίοδος, που καλύπτει το μέγιστο 140 χρόνια, δεν επαρκεί για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, η ύπαρξη μεγάλων κύκλων φαίνεται, τουλάχιστον, εξαιρετικά πιθανή.

7. Τα μεγάλα κύματα της συγκυρίας που εντοπίστηκαν δεν μπορούν δεν μπορούν να αποδοθούν σε τυχαίες αιτίες. Τις εξηγήσεις πρέπει, μάλλον, να τις ψάξουμε στις ιδιαιτερότητες που διακρίνουν το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής.

8. Το κτίσιμο, ωστόσο, μιας τέτοιας εξήγησης συναντά σημαντικές δυσκολίες. Ως πρώτη υπόθεση για την εξήγησή μπορεί να προταθεί η ακόλουθη θεωρία.

Ο χρόνος ύπαρξης διαφόρων δημιουργημένων οικονομικών αγαθών και των παραγωγικών δυνάμεων είναι διαφορετική. Επίσης για τη δημιουργία τους απαιτείται διαφορετικός χρόνος και διαφορετικά μέσα. Κατά κανόνα, την πιο μακρά περίοδο λειτουργίας έχουν οι βασικές μορφές των παραγωγικών δυνάμεων. Απαιτούν τον μεγαλύτερο χρόνο και τη μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίων για τη δημιουργία τους.

Εξ ου και η αναγκαιότητα για την οικονομία της έννοιας των διαφόρων μορφών ισορροπίας όσον αφορά τις διάφορες χρονικές περιόδους (ισορροπία του βραχέως και του μακρού χρόνου κατά τον Μάρσαλ).

Τους μεγάλους κύκλους μπορούμε να τους δούμε ως παραβίαση αλλά και αποκατάσταση ακολούθως της οικονομικής ισορροπίας της μακράς περιόδου. Η κύρια αιτία τους κείται στον μηχανισμό συσσώρευσης και διάχυσης του κεφαλαίου, που αρκεί για τη δημιουργία νέων βασικών παραγωγικών δυνάμεων. Η δράση αυτής της κύριας αιτίας ενισχύεται και από τη δράση δευτερευόντων παραγόντων.

Σε αντιστοιχία με όσα περιγράψαμε παραπάνω η εξέλιξη του μεγάλου κύκλου μπορεί να έχει την ακόλουθη ερμηνεία.

Η ανάκαμψη συμπίπτει με τη στιγμή που η συσσώρευση του κεφαλαίου αποκτά τέτοια ένταση κατά την οποία καθίσταται δυνατή η επικερδής επένδυση κεφαλαίου που σαν σκοπό της έχει αφενός τη δημιουργία βασικών παραγωγικών δυνάμεων και αφετέρου τον ριζοσπαστικό τεχνολογικό επανεξοπλισμό. Η αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής ζωής, που έχει γίνει πιο σύνθετη εξαιτίας των βιομηχανικών καπιταλιστικών κύκλων μέσης διάρκειας, προκαλεί όξυνση της κοινωνικής πάλης, και του αγώνα για κατάκτηση νέων αγορών που οδηγεί σε εξωτερικές συγκρούσεις. Μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία ο ρυθμός συσσώρευσης του κεφαλαίου μειώνεται και δυναμώνει η διαδικασία διάχυσης του ελεύθερου κεφαλαίου. Η ενδυνάμωση της δράσης αυτών των παραγόντων προκαλεί μεταστροφή του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης και την επιβράδυνσή της. Καθόσον η δράση των αναφερθέντων παραγόντων είναι πιο ισχυρή στη βιομηχανία, η μεταστροφή συμπίπτει συνήθως με την αρχή της μακράς ύφεσης στην αγροτική οικονομία.

Η μείωση του ρυθμού της οικονομικής ζωής εξασφαλίζει από τη μια μεριά την ενίσχυση των αναζητήσεων στον τομέα της τελειοποίησης της τεχνολογίας, από την άλλη την αποκατάσταση της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου στα χέρια των βιομηχανικών-χρηματιστηριακών και άλλων ομάδων σε σημαντικό βαθμό σε βάρος της αγροτικής παραγωγής. Όλα αυτά δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια νέα άνοδο του μεγάλου κύκλου και αυτός επαναλαμβάνεται ξανά, αν και σε νέο βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Γιούρι Σεμιόνοφ: « Σοβιετική κοινωνία – μία κοινωνία ταξική, βασισμένη στην ατομική ιδιοκτησία».

Απριλίου 4, 2010

Ξεκινώντας την ανάλυση του κοινωνικού -οικονομικού συστήματος της ΕΣΣΔ, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι θα μελετηθεί με τη μορφή που είχε μέχρι το 1985, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που έγιναν αργότερα.
Τρόπος παραγωγής είναι η παραγωγή με μια συγκεκριμένη κοινωνική μορφή. Αυτή η μορφή είναι το σύστημα των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων ενός καθορισμένου τύπου. Οι κοινωνικοοικονομικές σχέσεις ή σχέσεις παραγωγής είναι στην ουσία σχέσεις ιδιοκτησίας.
Αυτές οι σχέσεις ιδιοκτησίας διακρίνονται σε δύο τύπους. Ο πρώτος τύπος είναι οι οικονομικές σχέσεις ιδιοκτησίας που εκφράζονται με τη μορφή των σχέσεων διανομής και ανταλλαγής. Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας οι σχέσεις αυτές εμφανίζονται και υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση και θέληση των ανθρώπων, είναι αντικειμενικές και υλικές. Σε μία κοινωνία, όπου υπάρχει κράτος, οι οικονομικές σχέσεις ιδιοκτησίας αποτυπώνονται στο δίκαιο, στο οποίο εκφράζεται η θέληση του κράτους. Έτσι εμφανίζονται οι νομικές σχέσεις ιδιοκτησίας, οι σχέσεις που βασίζονται στο δίκαιο. Την κοινωνική μορφή της παραγωγής διαμορφώνουν, εννοείται, όχι οι νομικές, αλλά οι υλικές οικονομικές σχέσεις ιδιοκτησίας. Οι τελευταίες αποτελούν τα θεμέλια, τη βάση κάθε κοινωνίας.
Υπάρχει μία κατάσταση που αφορά στο πρόσφατο κοινωνικοοικονομικό σύστημα της χώρας μας και αναγνωρίζεται απ’ όλους, τόσο τους εχθρούς όσο και τους φίλους. Είναι η θέση πως στην κοινωνία μας το κύριο μέρος των μέσων παραγωγής βρισκόταν στην ιδιοκτησία του κράτους. Μπορούμε να δεχτούμε αυτή την άποψη, με μία όμως διόρθωση: ιδιοκτησία του κράτους αποτελούσαν όλα γενικώς τα μέσα παραγωγής.
Υπάρχει, βέβαια, και ο αντίλογος , ότι εκτός από την κρατική υπήρχε και η αγροτική – συνεταιριστική ιδιοκτησία. Χωρίς αμφιβολία, μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων και των κολχόζ υπήρχαν συγκεκριμένες διαφορές. Ωστόσο, αυτές δεν άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Από την αρχή κιόλας η αγροτική – συνεταιριστική ιδιοκτησία ήταν εν πολλοίς μία νομική επινόηση. Πραγματικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής, που χρησιμοποιούσαν τα κολχόζ, ήταν ανέκαθεν το κράτος. Το κράτος και νομικώς ήταν ο ιδιοκτήτης του κύριου μέσου παραγωγής των συνεταιρισμών, της γης. Μέχρι την κατάργηση του συστήματος των μηχανοστασίων στην κυριότητα του κράτους ανήκε και όλος ο στόλος των τρακτέρ και των θεριζοαλωνιστικών μηχανών. Κυρίως, όμως, το κράτος διαχειριζόταν το προϊόν της εργασίας των συνεταιρισμένων αγροτών με τον ίδιο απόλυτο τρόπο, όπως και τα προϊόντα των εργοστασίων.
Σύμφωνα με τους θεσμούς, οι οποίοι εκφράστηκαν μέσα από το Σύνταγμα και τους Βασικούς Νόμους της ΕΣΣΔ, η κρατική ιδιοκτησία αποτελούσε ιδιοκτησία παλλαϊκή, ιδιοκτησία όλων των μελών της κοινωνίας θεωρουμένων μαζί. Θεωρητικά κάτι τέτοιο είναι δυνατό, με μία , όμως προϋπόθεση: το κράτος να είναι δημοκρατικό και η δημοκρατία σ’ αυτή την περίπτωση να μην είναι τυπική, αλλά ουσιαστική. Τότε και μόνο τότε, όταν η κρατική εξουσία ανήκει πραγματικά στο λαό, η κρατική ιδιοκτησία μπορεί να είναι και αυτή παλλαϊκή.
Όμως, όπως είναι γενικά αποδεκτό τώρα, στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε όχι μόνο πραγματική, αλλά ούτε και τυπική δημοκρατία. Υπήρχε μόνο επίφαση δημοκρατίας. Ακόμα και στις ομιλίες των ανώτατων στελεχών του ΚΚΣΕ το πολιτικό σύστημα που υπήρχε στη χώρα μας χαρακτηριζόταν ως απολυταρχικό, δηλαδή απολύτως αντιδημοκρατικό. Κοινός τόπος στα τελευταία ντοκουμέντα του ΚΚΣΕ ήταν η παραδοχή πως στη χώρα μας ο εργαζόμενος άνθρωπος ήταν αποξενωμένος από την εξουσία και την ιδιοκτησία. Επομένως η κρατική ιδιοκτησία στην ΕΣΣΔ δεν ήταν παλλαϊκή, δεν ήταν κοινωνική.
Υπάρχει επίσης η άποψη πως δεν ανήκε σε κανένα. Αυτό, όμως δεν μπορεί ποτέ να συμβεί. Κάθε ιδιοκτησία προϋποθέτει την ύπαρξη ιδιοκτήτη ή ιδιοκτητών. Χωρίς ιδιοκτήτες δεν υφίσταται και η ίδια η ιδιοκτησία. Χωρίς αμφιβολία υπήρχε κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Υπήρχαν, επομένως, και ιδιοκτήτες.
Και αυτοί οι ιδιοκτήτες ήταν όσοι απάρτιζαν τον κρατικό μηχανισμό. Όταν, βέβαια, γίνεται λόγος για κρατικό μηχανισμό, πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε υπόψη τόσο τον ίδιο τον κρατικό όσο και τον κομματικό μηχανισμό. Ο τελευταίος, μάλιστα, μέχρι το τέλος της ΕΣΣΔ αποτελούσε όχι απλά μέρος, αλλά τη ραχοκοκκαλιά του κρατικού μηχανισμού. Πρέπει, ωστόσο, να επισημάνουμε, πως όσοι απάρτιζαν τον κρατικό μηχανισμό κάθε άλλο παρά βρίσκονταν στην ίδια θέση. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να τους χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες: σε όσους κατείχαν κάποια υπεύθυνη θέση (νομενκλατούρα) και σε όλους τους υπόλοιπους. Και βέβαια όχι όλοι, παρά μόνο όσοι κατείχαν υπεύθυνες θέσεις στον κρατικό και κομματικό μηχανισμό αποτελούσαν τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Μάλιστα, αυτή η ιδιοκτησία είχε έναν ιδιόμορφο χαρακτήρα. Κανένα από τα μέλη της νομενκλατούρας, ξεχωριστά, δεν ήταν ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής. Ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής ήταν όλοι αυτοί μαζί. Απαντάμε εδώ το φαινόμενο της συλλογικής ιδιοκτησίας, όχι, όμως, ολόκληρης της κοινωνίας, αλλά μόνο ενός μέρους της.
Η κοινωνία μας χωριζόταν, κατ’ αυτό τον τρόπο, σε δύο κύρια μέρη, σε δύο μεγάλες ομάδες ανθρώπων οι οποίες ξεχώριζαν από τη σχέση που είχαν προς τα μέσα παραγωγής. Η μία από αυτές τις ομάδες κατείχε τα μέσα παραγωγής, η άλλη ήταν αποκομμένη απ’ αυτά. Συνεπώς στους εκπροσώπους της τελευταίας δεν απέμενε τίποτε άλλο, παρά να δουλεύουν για τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Η διαφοροποίηση ως προς τη σχέση προς τα μέσα παραγωγής καθόριζε και τη διαφοροποίηση ως προς τους τρόπους απολαβής αλλά και ως προς τα μεγέθη του μεριδίου του κοινωνικού πλούτου που απολάμβανε κάθε μία απ’ αυτές τις ομάδες.
Όλο το παραγόμενο από την εργασία προϊόν περνούσε στη δικαιοδοσία των εκπροσώπων της πρώτης ομάδας, η οποία, μάλιστα, το διαχειριζόταν χωρίς κανένα έλεγχο. Μέρος αυτού του προϊόντος επέστρεφε στους παραγωγούς για την εξασφάλιση της επιβίωσής τους. Όμως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Υπήρξαν περιπτώσεις, που τα μέλη πολλών κολχόζ δεν εισέπρατταν το παραμικρό από το από κοινού παραγόμενο προϊόν και ζούσαν αποκλειστικά χάρη στα έσοδα από το συμπληρωματικό ατομικό τους νοικοκυριό. Σ’ αυτό το παράδειγμα φαίνεται ξεκάθαρα όχι μόνο η διαφορά μεταξύ των εργαζομένων στις κρατικές επιχειρήσεις, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς έπαιρναν ένα μισθό, και των κολχόζνικων, αλλά και μία ακόμα ιδιαιτερότητα του συστήματος παραγωγής που τώρα περιγράφουμε. Οι εκπρόσωποι της πρώτης μεγάλης ομάδας, από κοινού, αποτελούσαν τους ιδιοκτήτες όχι μόνο των μέσων παραγωγής, αλλά και των ίδιων των άμεσων παραγωγών. Οι αγρότες των κολχόζ ήταν, ως γνωστόν, προσδεδεμένοι στη γη, πράγμα που τους υποχρέωνε να εργάζονται για το κράτος, στην ουσία, δωρεάν. Η εκμετάλλευση εδώ εμφανίζεται εντελώς απροκάλυπτα.
Άγρια και εντελώς απροκάλυπτη ήταν, φυσικά, η εκμετάλλευση ενός τεράστιου στρατού εργαζομένων, που γέμιζε κατά τη σταλινική περίοδο τα παραπήγματα του ΓΚΟΥΛΑΓΚ. Ωστόσο, εκμετάλλευση υφίσταντο όχι μόνο οι κρατούμενοι ούτε μόνο οι αγρότες των κολχόζ. Εκμετάλλευση υφίσταντο όλοι γενικά οι παραγωγοί υλικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων και των εργαζομένων στις κρατικές επιχειρήσεις που ζούσαν σε καθεστώς ελευθερίας.
Σημαντικό μέρος της υπεραξίας πήγαινε στην ανάπτυξη της παραγωγής και για άλλες ανάγκες της κοινωνίας. Μεγάλο μέρος, όμως, πήγαινε για τη συντήρηση της ομάδας των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Εκ πρώτης όψεως αυτοί, όπως και όλοι οι εργάτες και υπάλληλοι, έπαιρναν το μισθό τους από το κράτος. Έστω και αν όλα τους τα έσοδα ήταν με τη μορφή μισθού, στην ουσία διέφεραν από αυτά των παραγωγών υλικών αγαθών. Το εισόδημά τους δεν ήταν εισόδημα εργαζομένων, αλλά εισόδημα ιδιοκτητών. Εισέπρατταν δηλαδή υπεραξία.
Η διαφορά στο περιεχόμενο διαχέεται και σε διαφορετικές μορφές. Δεν ήταν ίδια τα μεγέθη του μεριδίου του κοινωνικού πλούτου, που νέμονταν οι εκπρόσωποι της κυρίαρχης ομάδας. Δεν ήταν ίδιος, επίσης, και ο τρόπος που αποκτούσαν αυτό το μερίδιο. Όλα τα μέλη αυτής της ομάδας απολάμβαναν αυτό που καθιερώθηκε να ονομάζουμε προνόμια. Είχαν πρόσβαση σε ειδικά μαγαζιά, ειδικές καφετέριες, ειδικά θεραπευτικά κέντρα, ειδικά νοσοκομεία κτλ. Έξω από κάθε σειρά προτεραιότητας έπαιρναν διαμερίσματα, και μάλιστα, εννοείται, πολυτελέστατα. Πολλοί χρησιμοποιούσαν κρατικές εξοχικές βίλες με υπηρεσία και φρουρά.
Στην γλώσσα των πιο κυνικών εκπροσώπων της κυρίαρχης ομάδας οι θέσεις που είχαν προνόμια ονομάζονταν θέσεις με “τσουβάλι”. Βέβαια τα “καλάθια” ήταν διαφόρων μεγεθών. Τα πάντα εξαρτιόνταν από τη θέση του αξιώματος στην πυραμίδα της ιεραρχίας. Όσο πιο ψηλά ήταν η θέση, τόσο μεγαλύτερο το μέγεθος του “τσουβαλιού”, όσο χαμηλότερα, τόσο μικρότερα ήταν και τα προνόμια. Μικρά ή μεγάλα, ωστόσο, τα προνόμια υπήρχαν.
Όπως αναφέραμε προηγουμένως δεν ανήκαν όλοι οι υπάλληλοι του κρατικού μηχανισμού στην ομάδα των συλλογικών ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Σ’ αυτήν ανήκαν αποκλειστικά όσοι κατείχαν υπεύθυνες θέσεις. Καθώς θα αναλύουμε τις σχέσεις διανομής θα έχουμε την ευκαιρία να προσδιορίσουμε ακριβέστερα αυτόν τον κύκλο. Ο καταμερισμός των μέσων παραγωγής εμφανίζεται σε πιο ξεκάθαρη μορφή στη διανομή του παραγόμενου προϊόντος. Στην ομάδα των συλλογικών ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής εντάσσονταν όσοι κατείχαν αξίωμα με “τσουβάλι”. Όλοι αυτοί ήταν αποδέκτες του υπερπροϊόντος, το οποίο παραγόταν με ξένη εργασία, ήταν, δηλαδή, εκμεταλλευτές. Για όσους βρίσκονταν στη βάση της πυραμίδας, το “τσουβάλι” ήταν ένα μικρό συμπλήρωμα στο μισθό τους. Για όσους, όμως, βρίσκονταν στην κορυφή, τα έσοδα από το “τσουβάλι” ήταν πολλαπλάσια του μισθού τους. Αυτοί είχαν αφθονία υλικών και άλλων αγαθών τέτοια, που στις καπιταλιστικές χώρες απολάμβαναν μόνο οι πολυεκατομμυριούχοι.
Τα προνόμια, ιδιαίτερα εκείνα που απολάμβανε η κορυφή, βρίσκονταν πάντα σε καθεστώς απόλυτης μυστικότητας, αν και ήταν, βέβαια, αδύνατο να αποκρυφτούν πλήρως. Ποτέ δεν είχαν κατοχυρωθεί νομοθετικά, αν και υπήρχε πλήθος μυστικών οδηγιών. Υπήρχαν προνόμια που είχαν κατοχυρωθεί από ένα πλήθος διοικητικών πράξεων, υπήρχαν και άλλα που δεν ήταν πουθενά επίσημα διατυπωμένα, θεωρούνταν, όμως, από την κυρίαρχη κάστα φυσικά, νόμιμα. Τέλος, οι εκπρόσωποι της κυρίαρχης αυτής ομάδας δεν είχαν κανένα ενδοιασμό στο να χρησιμοποιήσουν και τέτοιες μεθόδους αποκομιδής κέρδους, που παρέβαιναν ευθέως τους ισχύοντες νόμους. Και συνήθως κάτι τέτοιο περνούσε από το χέρι τους.
Κατ’ αυτό τον τρόπο η κοινωνία μας από πολύ παλιά ήταν ήδη διαιρεμένη σε δύο μεγάλες ομάδες ανθρώπων, που διαχωρίζονταν ανάλογα με τις σχέσεις τους προς τα μέσα παραγωγής, τις μεθόδους αποκομιδής, αλλά και το μέγεθος του μεριδίου του κοινωνικού πλούτου που νέμονταν. Διαχωρίζονταν, εννοείται, και ως προς το ρόλο που έπαιζαν στην οργάνωση της εργασίας.
Χάρη στη διαφορετική θέση που κατείχαν στο σύστημα των παραγωγικών σχέσεων, η μία απ’ αυτές τις δύο ομάδες ιδιοποιούταν το μόχθο της άλλης. Με άλλα λόγια, αυτές οι δύο ομάδες δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά κοινωνικές τάξεις, η τάξη των εκμεταλλευτών και η τάξη των εκμεταλλευομένων. Ωστόσο, όπως και σε κάθε ταξική κοινωνία, δεν ανήκαν όλα τα μέλη της υποχρεωτικά σε μία απ’ αυτές τις τάξεις. Υπήρχαν στρώματα του πληθυσμού, που δεν σχετίζονταν με καμία από τις δύο. Αυτό, όμως δεν αλλάζει την όλη εικόνα.
Ένας από τους πρώτους που εξέφρασε την άποψη, πως η κοινωνία που προέκυψε ως αποτέλεσμα της Οκτωβριανής επανάστασης, ήταν κοινωνία ταξική, ήταν ο Π. Σορόκιν.
«…Η Οκτωβριανή επανάσταση – έγραφε το1922 – έθεσε σαν σκοπό της την καταστροφή της κοινωνικής πυραμίδας της ανισότητας, τόσο της περιουσιακής, όσο και της νομικής, την εξάλειψη της τάξης των εκμεταλλευτών και συνεπώς της τάξης των εκμεταλλευομένων. Και τι προέκυψε; Μία απλή αναδιάταξη. Στην αρχή της επανάστασης από τους πάνω ορόφους της πυραμίδας πετάχτηκε η παλιά μπουρζουαζία, η αριστοκρατία και τα προνομιούχα διοικητικά στρώματα. Και αντιστρόφως, από κάτω προς τα πάνω αναρριχήθηκαν μεμονωμένοι “ένοικοι των κοινωνικών υπογείων”. “Όποιος ήταν ένα τίποτα, έγινε τα πάντα”. Εξαφανίστηκε, όμως, η ίδια η πυραμίδα; Κάθε άλλο. Αν στους τυφλούς φαινόταν στην αρχή, πως εξαφανίζεται, αυτό φαινόταν μόνο στην αρχή και μόνο στους τυφλούς. Ύστερα από δύο – τρία χρόνια η υπό καταστροφή πυραμίδα αποδείχτηκε ζωντανή και υγιής. Για άλλη μία φορά κάτω ήταν οι μάζες και πάνω η διοικούσα εξουσία».
Το μίσος προς τους μπολσεβίκους όξυνε την όραση του Π. Σορόκιν και τον βοήθησε να δει αυτό που άλλοι εκείνη την εποχή δεν είχαν προσέξει ακόμα. Το ίδιο μίσος, όμως, τον έσπρωξε να υπερεκτιμήσει το βαθμό της ταξικής διαίρεσης στη σοβιετική Ρωσία των αρχών της δεκαετίας του ’20. Δεν κατανόησε, επίσης, και την πορεία, την περαιτέρω εξέλιξη της Ρωσίας. Κατά τη γνώμη του η διαδικασία αποκατάστασης του ατομικού καπιταλιστικού συστήματος προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς .
Το 1937 ο Ν. Α. Μπερντιάεφ έγραφε, ότι ο Λένιν «δεν μπόρεσε να προβλέψει, πως η ταξική καταπίεση μπορεί να πάρει μορφές εντελώς διαφορετικές από την καπιταλιστική. Η δικτατορία του προλεταριάτου, ενισχύοντας την κρατική εξουσία, διαμόρφωνε μία κολοσσιαία γραφειοκρατεία, που τύλιγε, σαν τον ιστό της αράχνης, όλη τη χώρα και υπέτασσε τα πάντα σ’ αυτήν. Αυτή η νέα σοβιετική γραφειοκρατεία, πιο ισχυρή από την τσαρική γραφειοκρατεία, αποτελεί τη νέα προνομιούχα τάξη, που μπορεί να εκμεταλλευτεί τις λαϊκές μάζες».
Το 1939 ο Μπ. Ρίτσι στο βιβλίο του «Η γραφειοκρατικοποίηση του κόσμου» κατέληξε στο συμπέρασμα, πως στην ΕΣΣΔ εμφανίστηκε μία ταξική κοινωνία νέου τύπου, την οποία χαρακτήριζε “γραφειοκρατικό κολλεκτιβισμό”. Η γραφειοκρατεία σ’ αυτή την κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και αποταμιεύει κέρδη, με τρόπο συλλογικό και όχι ατομικό, όπως οι παλιές εύπορες τάξεις.
«Στη σοβιετική κοινωνία, έλεγε, οι εκμεταλλευτές δεν αποσπούν την υπεραξία άμεσα, όπως ο καπιταλιστής, που ιδιοποιείται τα μερίσματα της επιχείρησής του. Αυτοί το κάνουν έμμεσα, μέσω του κράτους, το οποίο αρχικά συγκεντρώνει όλο το εθνικό υπερπροϊόν, και κατόπιν το διανέμει στους υπαλλήλους του».
Το συμπέρασμα, πως οι κομματικοί και κρατικοί λειτουργοί στη σοβιετική και σε όλες, γενικώς, τις κοινωνίες, που ονομάζονταν σοσιαλιστικές, αποτελούσαν άρχουσα τάξη, τεκμηριώθηκε αναλυτικά από τον Μ. Τζίλας. Αυτή την εκμεταλλευτική τάξη ο Τζίλας την ονόμασε, απλώς, “νέα”.
Στο έργο του Μ. Σ. Βοσλένσκι «Νομενκλατούρα. Η άρχουσα τάξη της Σοβιετικής Ένωσης» (Μόσχα, 1980, 1991) καταδεικνυόταν με αρκετά πειστικό τρόπο, ότι αυτό το κυρίαρχο στρώμα, για τον καθορισμό του οποίου χρησιμοποιεί τον όρο “νομενκλατούρα”, έχει όλα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής τάξης που καθόρισε ο Λένιν. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον Ρίτσι, ούτε ο Τζίλας ούτε ο Βοσλένσκι κατέληξαν στο συμπέρασμα, πως στις επονομαζόμενες σοσιαλιστικές κοινωνίες είχε διαμορφωθεί ένας ιδιαίτερος ανταγωνιστικός τρόπος παραγωγής, ο οποίος διέφερε και από τους τρεις κλασσικούς, τον δουλοκτητικό, τον φεουδαρχικό και τον καπιταλιστικό.
Όλοι οι πιο πάνω απαριθμημένοι τρόποι παραγωγής βασίζονται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ενώ οι δύο πρώτοι και στην ιδιοκτησία των ίδιων των παραγωγών. Στην ατομική ιδιοκτησία βασιζόταν και ο ανταγωνιστικός τρόπος παραγωγής που τώρα περιγράφουμε.
Συχνά την ατομική ιδιοκτησία την ταυτίζουν με την ιδιοκτησία ξεχωριστών προσώπων. Τίποτε αναληθέστερο. Όπως δεν είναι κάθε ιδιοκτησία ενός ξεχωριστού προσώπου ατομική, έτσι και κάθε ατομική ιδιοκτησία δεν ανήκει οπωσδήποτε σε κάποιο ξεχωριστό άνθρωπο. Με την ακριβή οικονομική έννοια του όρου ατομική ιδιοκτησία είναι η ιδιοκτησία ενός τμήματος της κοινωνίας στα μέσα παραγωγής, και μάλιστα μια ιδιοκτησία, που επιτρέπει την εκμετάλλευση των υπολοίπων.
Αυτό το μέρος της κοινωνίας, δηλαδή η τάξη των εκμεταλλευτών, μπορεί να κατέχει τα μέσα παραγωγής με διάφορους τρόπους. Ιδιοκτήτες μπορεί να είναι ξεχωριστά μέλη αυτής της τάξης. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με προσωπική ατομική ιδιοκτησία. Τα μέσα παραγωγής, επίσης, είναι δυνατό να ανήκουν σε ομάδες μελών αυτής της τάξης. Ενώπιόν μας βρίσκεται η ομαδική ατομική ιδιοκτησία. Τέλος, τα μέσα παραγωγής μπορεί να ανήκουν σε όλα τα μέλη της τάξης από κοινού, χωρίς να ανήκουν σε κανένα ξεχωριστά. Αυτή είναι η γενική ταξική ατομική ιδιοκτησία, η οποία σε όλες τις περιπτώσεις παίρνει τη μορφή της κρατικής ιδιοκτησίας.
Ο τρόπος παραγωγής που περιγράφουμε στηριζόταν αποκλειστικά στη συλλογική ατομική ιδιοκτησία όλης της τάξης τόσο στα μέσα παραγωγής όσο και τους ίδιους τους παραγωγούς, ιδιοκτησία που δεν μπορεί παρά να είναι κρατική. Εξ ου και η ταύτιση της τάξης των εκμεταλλευτών, αν όχι με όλο τον κρατικό μηχανισμό, τουλάχιστον, όμως, με τον πυρήνα του. Γι αυτό τον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής είναι, ίσως, πιο δόκιμο να τον ονομάσουμε πολιτειαρχικό (από την ελληνική λέξη πολιτεία) ή απλώς πολιτειαρχισμό. Ακολούθως και τους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης του συστήματος μπορούμε να ονομάσουμε πολιτειαρχιστές.
Καθώς οι πολιτειαρχιστές κατέχουν τα μέσα παραγωγής μόνο από κοινού, όλοι μαζί αποτελούν όχι απλώς μία τάξη , αλλά ένα ιδιαίτερο ιεραρχικά οργανωμένο σύστημα διανομής του υπερπροϊόντος, το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πολιτειαρχικό σύστημα. Ο επικεφαλής αυτού του συστήματος, και συνεπώς, του κρατικού μηχανισμού ήταν ο ανώτατος ρυθμιστής της συλλογικής ατομικής ιδιοκτησίας και, επομένως, του υπερπροϊόντος. Αυτό τον άνθρωπο, ο ρόλος του οποίου ήταν τεράστιος, θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε πολιτειάρχη.
Βέβαια, θα μπορούσαν να πουν, πως, ενώ από τη μία μεριά αντιλαμβανόμαστε τον όρο “ατομική ιδιοκτησία” με τη στενή του έννοια, συνδέοντας την υποχρεωτικά με την εκμετάλλευση, από την άλλη την αντιμετωπίζουμε με αρκετά ευρύ τρόπο, εντάσσοντας σ’ αυτήν και την πολιτειαρχική ιδιοκτησία.
Για την ατομική ιδιοκτησία μιλούν, τώρα, σχεδόν όλοι, αλλά χωρίς να την προσδιορίζει κανείς. Το μόνο που πολλές φορές απαντάται, είναι ότι η ατομική ιδιοκτησία είναι κάθε ιδιοκτησία εκτός από την κρατική. Μελετώντας, όμως, τις απόψεις των υποστηρικτών της ατομικής ιδιοκτησίας, μπορούμε να διακρίνουμε στο συλλογισμό τους τρεις φάσεις.
Η πρώτη φάση είναι η θεμελίωση της εικόνας γι αυτή την κοινωνία ως τέτοια, όπου όλοι θα έχουν ατομική ιδιοκτησία. Σ» αυτή τη φάση υπό την έννοια ατομική ιδιοκτησία εννοείται γενικά η ιδιοκτησία των πραγμάτων, και μάλιστα τέτοια που να επιτρέπει την αλλοτρίωση τους. Τέτοια ιδιοκτησία, όμως, πάντα υπήρχε στη σοβιετική κοινωνία. Ο καθένας μπορούσε να έχει στην κατοχή του, να αγοράσει και να πουλήσει ακόμα και σπίτι, για να μην πούμε για άλλα πράγματα.
Και όταν, αμέσως μετά υποστηρίζεται ότι εμείς δεν είχαμε ατομική ιδιοκτησία και και ότι έπρεπε να την εισάγουμε, στον συγκεκριμένο όρο δίνεται μία άλλη έννοια: εννοείται η ιδιοκτησία ξεχωριστών προσώπων στα μέσα παραγωγής. Τέτοια ιδιοκτησία, όντως, δεν είχαμε.
Και τέλος στην τρίτη φάση, με θέρμη θεμελιώνεται το δικαίωμα του κατόχου ατομικής ιδιοκτησίας να χρησιμοποιεί μισθωτή εργασία. Αλλά, μόνο ο όρος μισθωτή εργασία προϋποθέτει, ότι στην κοινωνία, πλάι στους ανθρώπους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής υπάρχουν και εκείνοι, οι οποίοι δεν έχουν. Κι εδώ στον όρο “ατομική ιδιοκτησία” εισάγεται μια τρίτη σημασία: ατομική ιδιοκτησία ενός τμήματος της κοινωνίας στα μέσα παραγωγής, που του δίνει τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται ένα άλλο τμήμα της.
Όμως ένας τέτοιος διαδοχικός περιορισμός του όρου “ατομική ιδιοκτησία” προϋποθέτει, απαραίτητα, τη διεύρυνσή του. Αλήθεια, γιατί από την έννοια ατομική ιδιοκτησία πρέπει να αποκλειστεί η περίπτωση, όπου τα μέλη μιας τάξης εκμεταλλευτών κατέχουν τα μέσα παραγωγής όχι ξεχωριστά, αλλά από κοινού, συλλογικά;

Όπως προκύπτει από όσα αναφέραμε παραπάνω, καμία κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής δεν υπήρχε στη σοβιετική κοινωνία. Απουσίαζε και η αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με την εργασία του». Με άλλα λόγια η κοινωνία μας δεν ήταν σοσιαλιστική με καμία σημασία αυτής της λέξης. Κανένας σοσιαλισμός δεν υπήρχε σε μας, όπως δεν υπήρχε και σε καμία χώρα του κόσμου. Οι κοινωνίες, τις οποίες, με πείσμα, ονομάζαμε σοσιαλιστικές, στην πραγματικότητα ήταν ή εξακολουθούν ακόμα να είναι πολιτειαρχικές.

Το κείμενο είναι ένα κεφάλαιο από τη μελέτη του ιστορικού-εθνολόγου Γιούρι Σεμιόνοφ «Ρωσία, τι της συνέβη τον 20ο αιώνα;», που παρουσιάστηκε στο περιοδικό “Ροσίσκι ετνόγκραφ”, τεύχος 20, Μόσχα 1993.

Το άρθρο βρίσκεται στη διεύθυνση: http://scepsis.ru/library/id_344.html


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.